Το παραμύθι

 Πώς ο Ένγκελς έσωσε τον καπιταλισμό εφευρίσκοντας τον κομμουνισμό


Στα μέσα του 19ου αιώνα, η Αγγλία δεν ήταν απλώς μια υπερδύναμη. Ήταν η υπερδύναμη, το εργοστάσιο του πλανήτη, η τράπεζα του κόσμου και, πιθανότατα, ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου πάνω στο οποίο ήταν χτισμένος ο κόσμος.


Οι καμινάδες δούλευαν, τα εργοστάσια πολλαπλασιάζονταν και η Βιομηχανική Επανάσταση υποσχόταν ότι σύντομα ένας εργάτης θα παρήγαγε σε μία ημέρα όσα παρήγαγαν παλαιότερα δέκα άνθρωποι σε μία εβδομάδα.


Αρχικά, οι βιομήχανοι ενθουσιάστηκαν.


«Θα γίνουμε δέκα φορές πλουσιότεροι!» φώναξαν.


Ύστερα, κάποιος πιο παρατηρητικός σήκωσε το χέρι.


«Μισό λεπτό. Αν ο εργάτης συνεχίσει να παίρνει το ίδιο ποσοστό από όσα παράγει, τότε θα γίνει κι αυτός δέκα φορές πλουσιότερος».


Η αίθουσα πάγωσε.


Έπεσε ένα πούρο από το στόμα ενός τραπεζίτη.


Ένας λόρδος λιποθύμησε πάνω σε ένα χαλί που είχε υφανθεί από εργάτες οι οποίοι δεν μπορούσαν να αγοράσουν ούτε την κλωστή του.


Το πρόβλημα ήταν πράγματι τεράστιο. Μέχρι τότε, ο εργάτης εργαζόταν δώδεκα ώρες την ημέρα και έπαιρνε ακριβώς όσα χρειαζόταν για να φάει, να κοιμηθεί και να επιστρέψει την επόμενη ημέρα στη δουλειά.


Ήταν ένα σχεδόν τέλειο σύστημα.


Ο εργάτης δεν πέθαινε, διότι τότε θα έπρεπε να βρεθεί αντικαταστάτης. Αλλά ούτε ζούσε αρκετά καλά ώστε να αρχίσει να σκέφτεται επικίνδυνες ιδέες, όπως διακοπές, αποταμίευση ή απογευματινός ύπνος.


Με τη νέα τεχνολογία, όμως, η παραγωγή θα δεκαπλασιαζόταν. Αν ο εργαζόμενος συνέχιζε να λαμβάνει περίπου το 30% της αξίας που δημιουργούσε, σύντομα θα είχε εννέα φορές περισσότερα χρήματα από όσα χρειαζόταν για να επιβιώσει.


Μέσα σε λίγα χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει σπίτι, να αποταμιεύσει και, ακόμη χειρότερα, να πει:


«Ξέρετε κάτι; Αύριο δεν έρχομαι».


Η λέσχη των βιομηχάνων συνεδρίασε εκτάκτως.


Η πρώτη πρόταση ήταν να απαγορευτεί η αποταμίευση.


Η δεύτερη ήταν να γίνει υποχρεωτική η αγορά ακριβών καπέλων κάθε μήνα.


Η τρίτη ήταν να πείσουν τους εργάτες ότι χρειάζονται συνεχώς μεγαλύτερο σπίτι, περισσότερα αντικείμενα και ένα καινούργιο μοντέλο ατμοκίνητης τοστιέρας κάθε δύο χρόνια.


Όλες οι ιδέες θεωρήθηκαν χρήσιμες, αλλά όχι αρκετές.


Τότε ένας ηλικιωμένος βιομήχανος σηκώθηκε και είπε:


«Κύριοι, δεν χρειάζεται απλώς να παίρνουμε τα χρήματα του εργάτη. Πρέπει να ελέγχουμε και τον τρόπο με τον οποίο καταλαβαίνει την κατάσταση».


Η αίθουσα ξέσπασε σε χειροκροτήματα.


Το σχέδιο ήταν απλό και ιδιοφυές.


Καθώς η παραγωγικότητα θα αυξανόταν, το ποσοστό του πλούτου που θα επέστρεφε στον εργάτη θα μειωνόταν σταδιακά. Όχι απότομα, γιατί τότε ίσως αντιδρούσε. Αργά, προσεκτικά και με αρκετές θεωρητικές συζητήσεις στο ενδιάμεσο.


Ο στόχος ήταν ο εργαζόμενος να παράγει όλο και περισσότερα, να λαμβάνει αναλογικά όλο και λιγότερα και παρ’ όλα αυτά να πιστεύει ότι το σημαντικότερο πρόβλημα ήταν αν η Ιστορία κινείται διαλεκτικά ή αν η επανάσταση θα ξεκινήσει πριν ή μετά το κυριακάτικο φαγητό.


Χρειαζόταν, λοιπόν, μια θεωρία.


Όχι μια απλή θεωρία που θα έλεγε:


«Εργάτη, μάθε τα οικονομικά της επιχείρησης, ζήτησε μερίδιο στα κέρδη, αγόρασε μετοχές, οργάνωσε τη διαπραγματευτική σου δύναμη και μπες στη διοίκηση».


Αυτό θα ήταν καταστροφή.


Χρειαζόταν μια θεωρία τόσο μεγάλη, τόσο σύνθετη και τόσο γεμάτη δύσκολες λέξεις, ώστε ο εργάτης να χρειάζεται πρώτα είκοσι χρόνια μελέτης για να καταλάβει γιατί πεινάει.


Η αποστολή ανατέθηκε στον Φρίντριχ Ένγκελς.


Ο Ένγκελς ήταν ιδανικός για τη δουλειά. Ήταν πλούσιος, γνώριζε από εργοστάσια, καταλάβαινε τον καπιταλισμό και, το κυριότερο, μπορούσε να αναγνωρίσει έναν ταλαντούχο άνθρωπο που δεν είχε καμία διάθεση να εργάζεται σε εργοστάσιο.


Έτσι βρήκε τον Καρλ Μαρξ.


«Καρλ», του είπε, «θέλω να γράψεις μια θεωρία για τους εργάτες».


«Να είναι απλή;» ρώτησε ο Μαρξ.


«Θεός φυλάξοι», απάντησε ο Ένγκελς. «Να χρειάζεται ειδική έκδοση με υποσημειώσεις για να εξηγεί τις υποσημειώσεις».


Η συμφωνία έκλεισε αμέσως.


Ο Ένγκελς θα εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση, θα εισέπραττε κέρδη από τους εργάτες και θα έστελνε μέρος των χρημάτων στον Μαρξ, ώστε ο Μαρξ να γράφει βιβλία εναντίον των ανθρώπων που χρηματοδοτούσαν τον Ένγκελς.


Ήταν το πρώτο επιτυχημένο κυκλικό οικονομικό μοντέλο στην ιστορία.


Για περίπου σαράντα χρόνια, οι δύο άνδρες ταξίδευαν, έγραφαν επιστολές, έκαναν πολιτικές συζητήσεις, δημιουργούσαν οργανώσεις και αναζητούσαν ανθρώπους αρκετά θυμωμένους ώστε να πάρουν τα όπλα, αλλά όχι αρκετά προσεκτικούς ώστε να ρωτήσουν ποιος πλήρωνε τον λογαριασμό.


Σταδιακά δημιουργήθηκε η «αντίπαλη ομάδα» του κεφαλαίου.


Στα χαρτιά, οι δύο πλευρές ήταν θανάσιμοι εχθροί.


Οι κεφαλαιοκράτες έλεγαν:


«Οι κομμουνιστές θα μας πάρουν τις περιουσίες!»


Οι κομμουνιστές απαντούσαν:


«Οι κεφαλαιοκράτες μάς κλέβουν τον πλούτο!»


Και στο βάθος ο Ένγκελς πλήρωνε τον Μαρξ με χρήματα που είχε κερδίσει από το εργοστάσιο.


Το παιχνίδι ήταν πλέον στημένο με τελειότητα.


Οι εργάτες χωρίστηκαν σε παρατάξεις, κόμματα, τάσεις, υποτάσεις και μικρές ομάδες που μισούσαν περισσότερο η μία την άλλη από όσο μισούσαν τους εργοδότες τους.


Άλλοι πίστευαν στην άμεση επανάσταση.


Άλλοι στην επανάσταση μετά από συνέδριο.


Άλλοι πίστευαν ότι πρώτα έπρεπε να διασπαστεί το κόμμα και μετά να διασπαστεί η διάσπαση.


Έτσι, κάθε φορά που οι εργαζόμενοι πλησίαζαν στο να ζητήσουν κάτι απλό και επικίνδυνο —όπως μεγαλύτερο ποσοστό των κερδών, συμμετοχή στη διοίκηση ή ιδιοκτησία της επιχείρησης— εμφανιζόταν κάποιος με μια σημαία και τους εξηγούσε ότι πρώτα έπρεπε να λυθεί το ζήτημα της παγκόσμιας επανάστασης.


Το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό.


Η παραγωγικότητα αυξήθηκε δεκάδες φορές.


Τα εργοστάσια έγιναν πολυεθνικές.


Οι ατμομηχανές έγιναν αυτοκίνητα, τα γράμματα έγιναν ηλεκτρονικά μηνύματα και οι επιστάτες έγιναν αλγόριθμοι.


Ο εργάτης, όμως, συνέχισε να ξυπνά το πρωί, να δουλεύει όλη την ημέρα και να αναρωτιέται γιατί, ενώ παράγει περισσότερο πλούτο από κάθε προηγούμενη γενιά, χρειάζεται ακόμη δάνειο για να αγοράσει ένα σπίτι και εφαρμογή για να θυμάται πότε πληρώνεται.


Σχεδόν δύο αιώνες μετά, το σχέδιο εξακολουθεί να λειτουργεί.


Ο εργαζόμενος παράγει τεράστιο πλούτο, λαμβάνει ένα μικρό μόνο μέρος του και περνά τον ελεύθερο χρόνο του διαφωνώντας στο διαδίκτυο για το αν ο πραγματικός Μαρξισμός εφαρμόστηκε ποτέ.


Οι πλούσιοι, εν τω μεταξύ, δεν χρειάζεται καν να συναντιούνται πλέον σε μυστικές λέσχες.


Έχουν τηλεδιάσκεψη.


Και κάπου, σε κάποιο πορτρέτο, ο Ένγκελς χαμογελά.


Όχι επειδή κατέστρεψε τον καπιταλισμό.


Αλλά επειδή κατάφερε να του δημιουργήσει την πιο θορυβώδη, πιο θεαματική και πιο ακίνδυνη αντιπολίτευση που μπορούσε να χρηματοδοτήσει το χρήμα.

Heroic Shareholders' Participatory Community

  "Heroic Shareholders' Participatory Community" (HSPC) είναι μια πρωτοποριακή κοινότητα που υποστηρίζει και προάγει την ιδέα ...