Ο Ένγκελς, ο Μαρξ και η θεωρία που δεν απελευθέρωσε τον εργάτη
Η σχέση του Καρλ Μαρξ με τον Φρίντριχ Ένγκελς παρουσιάζεται συνήθως ως μία από τις σημαντικότερες πνευματικές και πολιτικές συνεργασίες της νεότερης ιστορίας. Ο Μαρξ εμφανίζεται ως ο μεγάλος θεωρητικός της εργατικής τάξης και ο Ένγκελς ως ο πιστός φίλος, συνεργάτης και οικονομικός υποστηρικτής του. Σύμφωνα με αυτή την καθιερωμένη αφήγηση, ένας εύπορος βιομήχανος χρηματοδοτούσε επί δεκαετίες έναν επαναστάτη διανοούμενο, προκειμένου εκείνος να αναλύσει τον καπιταλισμό και να προσφέρει στους εργαζομένους τα θεωρητικά εργαλεία για την απελευθέρωσή τους.
Ωστόσο, η σχέση αυτή μπορεί να διαβαστεί και διαφορετικά.
Η οικονομική υποστήριξη του Ένγκελς προς τον Μαρξ δεν ήταν μια περιστασιακή πράξη φιλανθρωπίας. Ήταν μακροχρόνια, συστηματική και απολύτως συνειδητή. Ο Ένγκελς γνώριζε πολύ καλά τη βιομηχανική παραγωγή, τις συνθήκες εργασίας, τη λειτουργία των επιχειρήσεων και τη θέση του κεφαλαίου μέσα στην κοινωνία. Δεν ήταν ένας εξωτερικός παρατηρητής του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά άνθρωπος που συμμετείχε άμεσα σε αυτό και αποκόμιζε εισόδημα από τη λειτουργία του.
Αυτό γεννά ένα εύλογο ερώτημα: γιατί ένας άνθρωπος που ανήκε στην οικονομικά ισχυρή τάξη να χρηματοδοτεί επί δεκαετίες τη συγγραφή μιας θεωρίας που υποτίθεται ότι απειλούσε άμεσα τα συμφέροντα της τάξης του;
Η συνηθισμένη απάντηση είναι ότι ο Ένγκελς είχε απορρίψει ιδεολογικά την κοινωνική του θέση και είχε επιλέξει να ταχθεί με το μέρος των εργατών. Η εξήγηση αυτή είναι πιθανή, αλλά δεν είναι η μοναδική δυνατή. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η μαρξιστική θεωρία δεν ενίσχυσε τελικά την πρακτική ικανότητα των εργαζομένων να κατανοούν και να διεκδικούν τα άμεσα συμφέροντά τους. Αντίθετα, μετέφερε το επίκεντρο της εργατικής σκέψης από τα συγκεκριμένα προβλήματα της εργασίας σε ένα εξαιρετικά σύνθετο, αφηρημένο και συνολικό θεωρητικό σύστημα.
Ο εργαζόμενος δεν χρειαζόταν απαραίτητα μια θεωρία για ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας. Χρειαζόταν να γνωρίζει πόσο αξίζει η εργασία του, πώς διαμορφώνεται ο μισθός του, ποιο μέρος της παραγωγικότητάς του μετατρέπεται σε κέρδος, πώς λειτουργεί η επιχείρηση, πώς μπορεί να αποκτήσει διαπραγματευτική δύναμη και πώς μπορεί να συμμετέχει στις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή του.
Αντί γι’ αυτό, η μαρξιστική θεωρία τον καλούσε να εισέλθει σε έναν κόσμο γεμάτο έννοιες όπως η υπεραξία, ο ιστορικός υλισμός, η αλλοτρίωση, η διαλεκτική, οι παραγωγικές δυνάμεις και οι σχέσεις παραγωγής. Οι έννοιες αυτές μπορεί να έχουν αναλυτική αξία, όμως για τον συνηθισμένο εργαζόμενο είναι συχνά δυσνόητες και δύσκολα μετατρέπονται σε άμεση πρακτική δράση.
Με αυτόν τον τρόπο, η κατανόηση της οικονομικής πραγματικότητας πέρασε από τον ίδιο τον εργαζόμενο στα χέρια μιας νέας τάξης ειδικών: θεωρητικών, κομματικών στελεχών, επαναστατών διανοουμένων και επαγγελματιών εκπροσώπων της εργατικής τάξης. Ο εργάτης, αντί να γίνει κυρίαρχος της γνώσης που αφορά τη θέση του, παρέμεινε εξαρτημένος από ανθρώπους που ισχυρίζονταν ότι γνώριζαν καλύτερα από εκείνον τα πραγματικά του συμφέροντα.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η βασική αντίφαση του μαρξισμού. Μια θεωρία που υποσχόταν την αυτοχειραφέτηση των εργαζομένων δημιούργησε συχνά μια νέα μορφή πνευματικής εξάρτησης. Ο εργαζόμενος δεν καλούνταν απλώς να οργανωθεί και να διεκδικήσει. Καλούνταν πρώτα να αποδεχθεί ένα ολόκληρο θεωρητικό σύστημα, το οποίο μόνο λίγοι μπορούσαν να κατανοήσουν πλήρως.
Η πολυπλοκότητα αυτή μπορεί να μην ήταν τυχαία ως προς τα αποτελέσματά της. Όσο περισσότερο η εργατική διεκδίκηση μετατρέπεται σε ιδεολογική συζήτηση, τόσο λιγότερο επικεντρώνεται σε πρακτικούς και μετρήσιμους στόχους. Οι εργαζόμενοι μπορεί να συζητούν για την παγκόσμια επανάσταση, την κατάργηση των κοινωνικών τάξεων και την ιστορική αναγκαιότητα, ενώ ταυτόχρονα δεν έχουν σαφή εικόνα για τα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης στην οποία εργάζονται, για την παραγωγικότητά τους ή για τους μηχανισμούς μέσω των οποίων θα μπορούσαν να αποκτήσουν πραγματική επιρροή.
Μια εργατική θεωρία πραγματικά επικίνδυνη για το κεφάλαιο ίσως να ήταν πολύ απλούστερη. Θα δίδασκε στους εργαζομένους να αποκτούν οικονομική γνώση, να συμμετέχουν στην ιδιοκτησία, να αγοράζουν μετοχές, να απαιτούν διαφάνεια, να οργανώνουν συλλογικά τη διαπραγματευτική τους δύναμη και να διεκδικούν θέση στα όργανα διοίκησης των επιχειρήσεων.
Αντί να περιμένουν την κατάρρευση του καπιταλισμού, θα μπορούσαν να διεκδικούν σταδιακά μεγαλύτερο μέρος της ιδιοκτησίας και της εξουσίας μέσα σε αυτόν. Αντί να αντιμετωπίζουν την επιχείρηση μόνο ως εχθρό, θα μπορούσαν να επιδιώκουν να γίνουν εργαζόμενοι, μέτοχοι και συνδιαμορφωτές της πολιτικής της.
Μια τέτοια στρατηγική θα ήταν ίσως πιο άμεσα απειλητική για τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου. Δεν θα υποσχόταν μια μακρινή επανάσταση, αλλά μια σταδιακή μεταφορά πραγματικής οικονομικής ισχύος προς τους εργαζομένους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η χρηματοδότηση του Μαρξ από τον Ένγκελς μπορεί να ερμηνευθεί όχι απλώς ως πράξη ιδεολογικής αυτοθυσίας, αλλά ως υποστήριξη μιας θεωρίας που περιέγραφε με εντυπωσιακό τρόπο το σύστημα, χωρίς να δίνει στους εργαζομένους ένα απλό, εφαρμόσιμο και αποτελεσματικό σχέδιο για την απόκτηση δύναμης μέσα σε αυτό.
Δεν είναι απαραίτητο να υποθέσουμε ότι υπήρξε κάποιο μυστικό σχέδιο ή συνειδητή εξαπάτηση. Αρκεί να εξετάσουμε το αποτέλεσμα. Η μαρξιστική θεωρία ενέπνευσε κινήματα, επαναστάσεις και κοινωνικές αλλαγές, αλλά δεν κατάφερε να προσφέρει στους περισσότερους εργαζομένους διαρκή έλεγχο πάνω στην παραγωγή και στις επιχειρήσεις.
Σε πολλές περιπτώσεις, η εξουσία δεν πέρασε στους ίδιους τους εργαζομένους, αλλά σε κόμματα, κυβερνήσεις και γραφειοκρατίες που κυβερνούσαν στο όνομά τους.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν ο Μαρξ είχε δίκιο στην κριτική του προς τον καπιταλισμό. Είναι αν η θεωρία του βοήθησε πραγματικά τον εργαζόμενο να αποκτήσει οικονομική αυτονομία, γνώση και εξουσία.
Ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του μαρξισμού να ήταν ότι έμαθε στους εργαζομένους να αναγνωρίζουν την αδικία. Η μεγαλύτερη αποτυχία του, όμως, ήταν ότι δεν τους έμαθε με σαφή και πρακτικό τρόπο πώς να γίνουν οι ίδιοι κάτοχοι οικονομικής δύναμης.
Και ίσως εκεί βρίσκεται ο λόγος που μια τόσο ριζοσπαστική θεωρία μπορούσε να χρηματοδοτείται επί δεκαετίες από έναν εύπορο βιομήχανο: επειδή η θεωρία μπορούσε να καταγγέλλει το σύστημα, χωρίς να δίνει απαραίτητα στον εργαζόμενο τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία για να το ελέγξει.